Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ STONER ROCK

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ
STONER ROCK

Τον Αύγουστο του 1992 βρισκόμουν στην Αγγλία για την παρακολούθηση του Reading 1992. Μπροστά σε ένα κοινό 50.000 ανθρώπων εκείνο το τριήμερο παρέλασαν μεγάλα ονόματα της τότε grunge σκηνής, όπως ήταν οι Nirvana, Mudhoney και οι Smashing Pumkins, αλλά και βρετανικά mainstream σχήματα όπως οι Wonderstuff, Ride και EMF. Κάπου ανάμεσα στον σκληρό ήχο των Rollins Band, τον πειραματικό ήχο των Pavement και τη βαθύτατα λυρική μα και απόκοσμα πρωτόγονη μορφή της PJ Harvey, εμφανίστηκε ένα περίεργο σχήμα με ακατανόητη για έναν δεκαεννιάχρονο grunger μουσική χροιά, οι Melvins. Ομολογώ πως με άφησαν αδιάφορο, ίσως γιατί είχα πολύ δρόμο να διανύσω, και μόλις που είχα αρχίσει. Κάπου εκεί όμως πρέπει να ξεκινάει ένα υπέροχο παραμύθι για όλους εμάς τους grungers, οι οποίοι είδαμε το αγαπημένο μας είδος μετά από 2 χρόνια να αποσυντίθεται ηδονικά από τον τύπο που το είχε αναδείξει, μα την ίδια περίοδο να δημιουργείται ένα είδος που μας έφερνε πιο κοντά στο αρχέτυπο του σκληρού ροκ. Και στόχος μου δεν είναι ο επικήδειος του grunge. To θέμα μας είναι το Stoner rock.
Ιστορική αναδρομή:Τη δεκαετία του 80 υπήρχε μεγάλο ζήτημα με το σκληρό ροκ. Οι Black Sabbath συνέχιζαν χωρίς τον Ozzy έχοντας παραδοθει στο Νew wave off British heavy metal, γεννιόταν το thrash metal το οποίο μαζί με το heavy metal και το hard rock θα συγκέντρωνε τους περισσότερους οπαδούς. Για τους εναλλακτικούς στη post-punk περίοδο υπήρχε το new wave με εκπροσώπους τους Joy Division, the Sound, Cure, υπήρχαν οι εναπομείναντες punkrockers (Clash. Damned, Ramones, Stranglers, Dead Kennedys), ενώ ο πειραματικός ήχος των Sonic Youth μόλις που γινόταν γνωστός. Κάποιοι σπουδαίοι αμερικανοί (The Dream Syndicate, Wipers, Fuzzstones) κρατούσαν ψηλά τη σημαία του ροκ σε μια πολύ δύσκολη δεκαετία. Μέσα από αυτή την άχαρη κατά τη γνώμη μου δεκαετία ξεπήδησε ένα νέο ρεύμα, το grunge, το οποίο σαν ένα δεύτερο κίνημα της punk ανέτρεψε τα ως τότε δεδομένα. Δεν θα επεκταθώ πολύ, για να μη βγω εκτός θέματος, μα σε αυτό το ρεύμα πολλοί οπαδοί του σκληρού ήχου βρήκαν καταφύγιο, αυτοί που δεν θέλγονταν από τα ατελείωτα ναρκισσιστικά σόλο της Ηeavy Metal, ούτε από τη μαυρίλα των νεο-ρομαντικών, αυτοί που πίστευαν και πιστεύουν ότι το ροκ είναι λιτό και απλό. Όταν το grunge αποσύρθηκε, δημιουργήθηκε ένα κενό, το οποίο καλύφθηκε από το stoner.
Τι είναι το Stoner: Το Stoner είναι κυρίως αισθητική του ήχου. Ο ήχος επιβάλλεται με το να καλύπτει κάθε μονάδα μέτρησης του εμβαδού ενός χώρου. Είναι massive, low tuned ήχος. Απεχθάνεται τα πρίμα και επιτίθεται με πολύ χαμηλές συχνότητες στο στήθος και το στομάχι.
Μοιάζει με το doom, μα και διαφέρει, διότι υπάρχουν heavy rock, classic rock και blues αναφορές σε αυτόν τον ήχο. Η δομή και η στιχουργική δεν διαφοροποιείται δραματικά σε ένα stoner κομμάτι. Aπλά riffs ξεχωρίζουν το ένα κομμάτι από το άλλο, ενώ ο αριθμός των συγχορδιών που υπάρχουν σε ένα κομμάτι είναι όσο το δυνατόν μικρότερος, διότι και εδώ, όπως και στα blues, σημασία έχει το ύφος με το οποίο οι νότες διαπλέκονται, όχι η πληθώρα αυτών.
Πέρα όμως από τα blues υπάρχουν και επιδράσεις από την ψυχεδέλεια των 60s. H ίδια η ονομασία κατά πολλούς συμπεριλαμβάνει και τον όρο «μαστούρα», όπως βέβαια και στα σκοτεινά blues. Ο ήχος σε αγκαλιάζει και σε υποβάλλει διονυσιακά, και συ δεν έχεις παρά να παραδοθείς στο ταξίδι του. Είναι από τα είδη που σε ταξιδεύουν σε άλλους πλανήτες χωρίς κατανάγκη να είσαι χρήστης ουσιών. Ο ήχος κυριεύει το μυαλό, αυτός είναι η ουσία. Αν παραδοθείς σε αυτόν τότε ναι, την «άκουσες».
Ο ήχος βέβαια παραπέμπει και στο hard rock των 70ς, τότε που η περμανάντ στο μαλλί των rockers-posers δεν είχε κάνει την εμφάνισή της. Αν υπάρχει ένα σχήμα που γέννησε χωρίς να το γνωρίζει το stoner, ενώ νομίζει πως έχει την πατρότητα του heavy metal, μολονότι κατά τη γνώμη μου δεν την έχει, αυτό είναι οι Black Sabbath, οι οποίοι επικεντρώθηκαν στη σύνθεση heavy rock riffs τα οποία κολλούσαν στο μυαλό των οπαδών τους και αποτελούσαν την ουσία κάθε τραγουδιού, πράγμα το οποίο συμβαίνει και στο stoner. Δεν περιμένεις δηλαδή να αρχίσουν τα φωνητικά, αρκείσαι στο riff, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται και από την πληθώρα κομματιών χωρίς φωνητικά – εδώ οι Karma to Burn δεν έχουν καθόλου φωνητικά- μα και τα φωνητικά που υπάρχουν μπορεί να είναι μελωδικά ( ως ένα βαθμό) ή παντελώς πρωτόγονα. Ευχαριστούμε λοιπόν τους Sabbath (με Οzzy) για την προσφορά τους στη μουσική.
Σε ποιους απευθύνεται:
Πολλοί από σας που επιμένετε στην ανάγνωση αυτού του δοκιμίου έχετε διαφωνήσει με τις απόψεις μου περί hard rock και heavy metal. Πλην όμως συνεχίζετε να το διαβάζετε είτε γιατί ήδη είσαστε οπαδοί αυτού του είδους, είτε γιατί έχετε ακούσει λίγο και θέλετε πληροφορίες, είτε γιατί αδημονείτε για σκληρό ήχο και ψάχνεστε διαρκώς. Η αλήθεια είναι πως το συγκεκριμένο μουσικό ιδίωμα απευθύνεται σε όσους αποστρέφονται ή βαρέθηκαν τις γυαλιστερές παραγωγές. Δεν θα βρείτε την ευκρίνεια, τις διακριτές συχνότητες, τη διάκριση μπάσου-κιθάρας. Δεν θα βρείτε εφέ που ωραιοποιούν τον ήχο κατά τη γνώμη των πολλών. Απλός, πρωτόγονος “ένα προς ένα” ήχος, παραμόρφωση που προκύπτει από εναν ενισχυτή στο τέρμα, παραδοσιακός vintage αλλά μπουκωμένος με μπάσα ήχος. Αυτός που έκανε έναν ηχολήπτη στα 90s να αναφωνήσει ότι ο ήχος των Kyuss είναι ένα ηχοληπτικό λάθος. Όσοι λοιπόν βαρεθήκατε τις λεγόμενες «τέλειες» παραγωγές και θέλετε έναν ήχο που σας θυμίζει τις πρόβες που κάνετε και τα live που παρακολουθήσατε σε κλειστούς αποπνιχτικά ιδρωμένους χώρους, όλοι εσείς μόλις βρήκατε το καταφύγιό σας. Ποιοι μπορεί να είστε; Μα πάρα πολλοί και διαφορετικοί μεταξύ σας. Τι σας ενώνει; Η επιστροφή στον πρωτόγονο σκληρό ήχο των 60s και 70s. Όλοι εμείς που λατρεύουμε αυτό το είδος ίσως έχουμε ακούσει τα παρακάτω ροκ σχήματα :
v Mc5
v Iggy and the Stooges
v Black Sabbath
v Deep Purple
v Rory Gallagher
v Motorhead
v Metallica
v Slayer
v Alice in Chains
v Soundgarden
v Fuzztones
Και ίσως έχουμε ακούσει και πολλά άλλα που σκοπίμως παραλείπω για την οικονομία του δοκιμίου. Ποτέ ένα ροκ ιδίωμα δεν ένωσε τόσους πολλούς διαφορετικούς οπαδούς. Μπορεί μετά από 20 χρόνια να ξανασυναντηθούμε και σε πιο αρχέτυπα είδη μουσικής,τα blues ή η jazz. Σε κάθε περίπτωση το ταξίδι μας θα έχει υπάρξει μοναδικό. Και το Stoner είναι το ιδανικό όχημα για ένα τέτοιο ταξίδι.
Οι κύριοι εκπρόσωποι: δεν θα παραθέσω τα βιογραφικά στοιχεία κάθε σχήματος, διότι το δοκίμιο θα ολισθήσει σε μια επιστημονική βιβλιογραφική πραγματεία. Για κάθε σχήμα θα γράψω με συντομία για την ιδιαιτερότητα του ύφους, προκειμένου να μπορείτε να αντιληφθείτε γιατί εντάσσονται σε αυτό το είδος μουσικής, μα και γιατί η μουσική τους διαφέρει από τις άλλες

KYUSS: Μια κιθάρα που προκύπτει από έναν τρελά φαζαρισμένο ενισχυτή μπάσου και ακούγεται πότε υπόκωφη και απειλητική, και πότε ξεδιπλωμένη καλύπτουσα όλες τις συχνότητες, ένα rhythm section βγαλμένο από άλλες εποχές, με πολύ μπάσο ήχο στα drums λες και οι μεμβράνες τους είναι εντελώς χαλαρές, και ιδιαίτερο και ολίγον υπεροδηγημένο ακατέργαστο ήχο στο μπάσο, μια φωνή μόνη της στο χώρο λόγω της ιδιάιτερης συχνότητας και χροιάς της, και έχουμε το σχήμα που μύησε πολλούς στο εν λόγω είδος.

MELVINS: Για το σχήμα αυτό οι νότες δεν είναι παρά το όχημα για την πορεία προς το σκότος. Κάθε συγχορδία, κάθε συνδυασμός νοτών μοιάζει να έχει δημιουργηθεί για την πρόκληση του υπέρτατου φόβου. Ένας εφιάλτης εκτυλίσσεται μέσα στο σκοτάδι με τους ρυθμούς να μοιάζουν με απειλητικό βάδισμα ανθρωποφάγων ιθαγενών. Η φωνή κραυγάζει αγωνιώδης καθώς την πνίγουν οι ήχοι. Εμπειρία...

MONSTER MAGNET: Ποιος είπε πως τα late 60s δεν έχουν θέση στο stoner; Εδώ έχουμε ένα σχήμα που έχει επαναφέρει τις νόρμες των 60s καθώς και τον vintage ήχο της εποχής με τη διαφορά όμως πως οι κιθάρες είναι εξαιρετικά δυνατές με riff και solos που μας έρχονται από τα 70s, ενώ πολλές φορές η παρουσία των πλήκτρων φαντάζει ως απομεινάρι της ψυχεδέλειας των 60s. H παραγωγή είναι περισσότερο διαυγής από ότι σε ένα συνηθισμένο stoner σχήμα, ενώ η φωνή μοιάζει να προέκυψε από τα μεγάλα φεστιβάλ των late 60s. Είναι ίσως το ευκολότερα προσβάσιμο σχήμα για να εντρυφήσετε στο stoner.

FU MANCHU: Φανταστείτε ένα muscle car των late 60s και early 70s με τεράστιες πίσω ρόδες, γιγάντιες εξατμίσεις που δεν μπορούν να υποσκελίσουν τον θόρυβο των καρμπυρατέρ που προβάλουν από το καπό σε κοινή θέα και κυρίως ακρόαση. Το γρύλισμα της μηχανής είναι οι κοφτερές κιθάρες, οι πίσω εξατμίσεις είναι το στιβαρό και πολλές φορές πρωταγωνιστικό μπάσο, η ταχύτητα του αυτοκινήτου εξαρτάται aπό έναν χαρισματικό ντράμερ, ενώ η φωνή που ακούγεται είναι ο οδηγός που κουβεντιάζει με τους επιβάτες σε τόση ένταση ώστε να είναι κατανοητός. Καλώς ορίσατε στον κόσμο των Fu Manchu, όπου η μυρωδιά των καμμένων ελαστικών αποτυπώνεται ηχητικά εις υγείαν των απανταχού στονεράδων γκαζοφονιάδων!

ORANGE GOBLIN: όσοι απεχθάνονται το metal, ή τουλάχιστον προβαίνουν σε αφοριστικές γενικεύσεις, καλό είναι να αναθεωρήσουν. Η μουσική του εν λόγω σχήματος δείχνει να ξεκίνησε υφολογικά από το metal, μα σταδιακά το αποδόμησε. Δεν θα βρει κανείς ανούσια ‘γρήγορα’ κιθαριστικά σόλο επιδειξιομανών, δεν θα συναντήσει ούτε υψήφωνα ψεύτικα φωνητικά ούτε τρομακτικά deathοειδή και άλλα συναφή, αλλά θα συναντήσει κοφτερές metal ριφάτες κιθάρες οι οποίες στερούνται της όποιας γυαλάδας των γνωστών ποζεράδων, rhythm section από τα 70s και φωνητικά από έναν τύπο που περισσότερο δείχνει μεταλλάς με την παραδοσιακή έννοια του όρου παρά είναι. Είναι παλιοροκάδες που παίζουν δυνατά, ενίοτε μεταλλικά, και ενδείκνυνται για όλα τα «μέταλλα» που θέλουν να ακούσουν σωστή μουσική χωρίς έκπτωση στις αξίες τους.

ELECTRIC WIZARD: Η παραμόρφωση, της παραμόρφωσης, ω παραμόρφωση. Όλα είναι παραμορφωμένα σε αυτό το σχήμα, αυτό το ιδιαίτερα απόκοσμο θορυβώδες τρίο. Η εμπειρία δεν περιγράφεται, ούτε κάνει καλό στην υγεία των αφτιών που εκτίθενται σε ωμή ηχητική βία. Βαριά, πολύ βαριά riff, απόκοσμα φωνητικά, γενικώς φρίκη για όσους θέλουν να εντρυφήσουν σε αυτή. Πολύ βαρύ stoner για δυνατά στομάχια, και μόνο εφόσον οι Melvins έχουν αρκούντως εμπεδωθεί.

THE ATOMIC BITCHWAX : Φρενήρεις ρυθμοί και τεχνικότατα riff υποστηρίζουν τα φωναχτά – μελωδικά φωνητικά. Εξαιρετικό feeling στις εναλλαγές του ρυθμού, κάλλιστα αυτό το σχήμα προσφέρεται για τη διδασκαλία του πώς να εκπλήσσεται ένας ακροατής όταν νομίζει πως το κομμάτι έχει πάρει τον δρόμο του. Απλό ροκ των 70s με ιδιαίτερη αναφορά στους Deep Purple χωρίς όμως τις βαρετές βιρτουοζιτέ επιδείξεις. Είναι ίσως από τα λίγα σχήματα που ακούγονται εύκολα και από ακροατές που δεν συμπαθούν το stoner.

QUEENS OF THE STONE AGE: πασίγνωστο σχήμα από τις στάxτες των KYUSS, το οποίο σοφά σκεπτόμενο απομακρύνθηκε από το παρελθόν του και έδωσε πολλά κομμάτια που εκτός από την καθιερωμένη stoner αισθητική κινούνται ανάμεσα στα blues, τη ψυχεδέλεια και τη garage-punk μουσική. Οι ίδιοι δεν αποδέχονται τον όρο stoner, παρά μόνο τον όρο desert rock, ίσως διότι βροντοφωνάζουν πως δεν έχουν σχέση με το metal, πράγμα το οποίο βεβαίως ισχύει. Είναι ίσως το σχήμα που έχει συγκεντρώσει τους περισσότερους οπαδούς της σκληρής εναλλακτικής σκηνής, και αυτό ισχύει διότι είναι η περισσότερο alternative μπάντα από όλες τις προηγούμενες.

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Αν κάλυψα το 3% του μουσικού είδους θα είμαι πανευτυχής. Είναι προσωπική υπόθεση του καθενός να εντρυφήσει στο είδος και να ανακαλύψει το υπόλοιπο 97+ %. Το μόνο που ήθελα ήταν να προετοιμάσω τα πρώτα σας βήματα. Αν όμως θέλετε να βιώσετε την εμπειρία του stoner, δεν έχετε παρά να ακούσετε ζωντανά τους δικούς μας Nightstalker, στους οποίους οφείλω ένα ευχαριστώ για την μύησή μου σε αυτό το είδος της μουσικής.
Να είστε καλά
Πάνος Παπαστεργίου

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Κριτική στο δεύτερο δίσκο των Raconteurs












RACONTEURS – CONSOLERS OF THE LONELY (2008)
Track by track


Εικόνες από το «νεκρό» του Jim Jarmusch επανέρχονται στο μυαλό μου όταν αφήνομαι στο ταξίδι του δεύτερου δίσκου των Raconteurs. Ίσως φταίει και η ασπρόμαυρη εικόνα του εξώφυλλου με τους 4 απίθανους θεατρίνους πάνω σε μια σκηνή περιφερόμενου θιάσου. Δεν έχω αποφασίσει αν αυτοί οι παλιόφιλοι λοιδωρούν ή εξυμνούν την αμερικανική παράδοση, μπορεί και τα δύο να ισχύουν, μπορεί να είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, η χαρμολύπη, ο πλούτος μέσα στη φτώχεια, οι άγριες κιθάρες με το μπάντζο. Κάπου στέκει και ο Johnny Depp προσευχόμενος να ακουστούν πρώτα όλα τα κομμάτια και μετά ο μεγάλος Μανιτού να τον υποδεχτεί.
Ο πρώτος δίσκος τους δεν με έπεισε και τόσο. Ίσως δεν ήθελα και να πειστώ, καθώς εντελώς εγωιστικά διέκρινα συνεχώς συνθέσεις των White Stripes με τον ίδιο τρόπο που παλαιότερα ξεψάχνιζα τα τραγούδια των Hole για να αναγνωρίσω τις χαμένες μουσικές φράσεις του Kurt Cobain, ή έθαβα τους Rainbow για χάρη των Deep Purple. Αυτή τη φορά δεν θα κάνω το ίδιο λάθος...
"Consoler of the Lonely" : ο απομονωμένος άνθρωπος, ο κυνηγημένος, ο πεινασμένος, ο αποχαυνωμένος χωρίς την ελπίδα βοήθειας, χωρίς τον έμπιστο σύντροφο. Το μαρτύριο της μοναξιάς χωρίζεται σε δύο μέρη, στο πρώτο κατά το οποίο ο Brendan Benson περιγράφει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα πάθη του κυνηγημένου, ενώ η οξεία επιθετική φωνή του Jack White επιβεβαιώνει το αδιέξοδο. Τα ξερά ρυθμικά ντραμς του Patrick Keeler εντυπωσιάζουν με τη βιαιότητά τους με τη συνδρομή ενός μάλλον μινιμαλιστικού μπάσου που τα αναδεικνύει. Ιδιαίτερο σημείο στο κομμάτι είναι η οξεία γεμάτη fuzz σόλο κιθάρα που μας υπενθυμίζει το παρελθόν του White. Δεν υπάρχει τέλος στη μοναξιά μας υποδηλώνει η ρυθμική κιθάρα που παίζει βασανιστικά το ίδιο εισαγωγικό μοτίβο σε σχήμα κύκλου. Μόνο που ο κύκλος της μοναξιάς και των παθών είναι ατέρμονος, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτόν.
"Salute Your Solution" : μοιάζει να είναι ένα τυπικό garage τραγούδι για την επιτυχία που δεν έρχεται ή τουλάχιστον δεν την αναγνωρίζουμε ως επιτυχία. Κοφτές συγχορδίες αλά ACDC, μέτρημα με μπότα στα drums, παραμορφωμένο μπάσο, παραμορφωμένη φωνή και μεγάλες δόσεις από ανοχτό hi-hat και ride φτιάχνουν ένα μάλλον απλό τραγούδι που όμως κρύβει μιαν ανατροπή. Ένα heavy riff στη μέση του πουθενά μεταβάλλει το ρυθμό και μας θυμίζει τους Led Zeppelin. To garage δίνει τη σκυτάλη στα heavy blues ακούσματα για τόσο όσο χρειάζεται για να μην το χορτάσουμε. Από κει και πέρα η επαναφορά και το τέλος είναι αναμενόμενα.
"You Don't Understand Me" : είναι δύσκολο να δει κανείς την άλλη πλευρά, μα πάντα θα υπάρχει. Τα παράπονα των ερωτευμένων περί ελλιπούς κατανόησης συνοδεύονται από ενα καταπληκτικό ρυθμικό μα συνάμα και μελωδικό θέμα στο πιάνο. Αναμνήσεις από το badge των Cream προκαλούνται και από τη ρυθμική κιθάρα, ενώ η καθαρή μελωδική πρώτη φωνή συνοδεύεται από μικρές φωνητικές ποπ πινελιές τύπου Supertramp. Ένα περασμα από την περιοχή των Beatles καθόλου δεν μας προετοιμάζει για ένα γνήσιο σόλο ξέσπασμα. Το σόλο στο πιάνο αποτελείται από μόλις μια νότα η οποία επαναλαμβάνεται ρυθμικά και μανιασμένα θυμίζοντας πολύ τη διαπεραστική νότα από το I wanna be your dog των Stooges. Το κομμάτι σβήνει αργόσυρτα όπως αξίζει με το πιάνο. Ποιος είπε ότι το ροκ δεν το χρειάζεται;
"Old Enough" : «η μόνη περίπτωση να μάθεις κάτι είναι να παραδεχτείς πως δεν ξέρεις τίποτα. Ίσως τώρα είναι η μοναδική στιγμή που μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα. Ίσως, όταν θα είσαι αρκετά μεγάλη, να μην είσαι ελεύθερη». Η γεροντική σοφία συναντά τη νεανική άγνοια. Το ηθικοδιδακτικό ύφος του τραγουδιού καθόλου δεν ενοχλεί, διότι συνοδεύεται από μια πολύ ήπια ενορχήστρωση που περιέχει και βιολί βγαλμένο από παραδοσιακές αμερικανικές μπάντες του 19ου αιώνα. Ένα δυνατό σημείο με ηλεκτρική κιθάρα μας θυμίζει σε ποια εποχή βρισκόμαστε, ενώ η συνεχής παρουσία της ακουστικής κιθάρας μας υποχρεώνει σε έναν δεδομένο ρυθμό κουβεντούλας, και αποδεχόμενοι τα μηνύματα βρισκόμαστε στο τέλος ταυτισμένοι και με τον μεγαλύτερο και με τη νεαρά.
"The Switch and the Spur" : ένας κυνηγημένος, αδύναμος και αβοήθητος, ένας δρόμος χωρίς επιστροφή, μια κατάρα και απώ πάνω ο ήλιος καίει. Ο χρόνος κυλάει αργά σε αυτή την ιστορία στα πρότυπα των spaggetti westerns της δεκαετίας του 60. Η μουσική επενδύει κινηματογραφικά αυτή την ιστορία με ένα ευφυές πιάνο, με κοψίματα και εναλλαγές στους ρυθμούς, με πνευστά που ξεσηκώνουν τον ακροατή. Θέματα κινηματογραφικής μουσικής που ξυπνούν την αίσθηση του κινδύνου και του επερχόμενου τραγικού εναλλάσσονται βίαια. Ένα ρέκβιεμ πριν τον επερχόμενο θάνατο.
"Hold Up": η εμμονή στο παρελθόν κρατάει γερά, κρατάει ακόμη. Και το «μοντέρνο κορίτσι» θα τρυπώσει και θα προσαρμοστεί σε αυτή τη φυλακή. Είναι ένα τραγούδι που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στο out of time των Rolling Stones, μόνο που τα κοφτά ρολαριστά ντραμς, τα άγρια ξεφωνητά, οι ατιμέλητες στολισμένες με fuzz κιθάρες μας θυμίζουν την παρέα του Marc Arm, τους Mudhoney. Είναι ένα γνήσιο garage-punk κομμάτι από αυτά που ακόμα στοιχειώνουν τους εναπομείναντες grungers της δεκαετίας του 90. Βέβαια οι δουλεμένες μελωδίες των Raconteurs κάνουν και εδώ εντύπωση σε ένα κομμάτι που αντί να είναι μονόπλευρα πρωτόγονο εμπεριέχει κάποιες δόσεις μελωδικότητας που όμως δεν αναιρούν τη φύσει επιθετικότητά του.
"Top Yourself": ακουστική κιθάρα ως βάση με ωραία slide ηλεκτρική κιθάρα από πάνω. Μινιμαλιστικά drums που θυμίζουν ακουστικά live. Μπασογραμμές λιτές και περιεκτικές και φωνητικά σε προσωπικό τόνο. Οι διδακτικοί στίχοι που καλούν σε εγγρήγορση τον αποδέκτη τους θυμίζουν πολύ το νόημα του old enough. To τραγούδι κορυφώνεται με ένα slide σόλο που αρμόζει στο ύφος του κομματιού και ενδεχομένως δείχνει τη διάθεση του σχήματος να κρατήσει πιο χαμηλούς τους τόνους, χωρίς τις ανατροπές που συναντήσαμε σε προηγούμενα κομμάτια.
"Many Shades of Black": Πρέπει να αισθανόμαστε ευγνώμονες όταν χωρίζουμε, διότι υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις στη δυστυχία. Το κομμάτι αφιερώνεται σε αυτούς που παλεύουν μάταια και ενάντια στη φυσική ροή να κρατήσουν μια σχέση. Το θέμα του χωρισμού παρουσιάζεται από την αισιόδοξη όψη σε ένα τραγούδι παλαιομοδίτικο. Θα μπορούσε με άλλους στίχους να ήταν μια μπαλάντα τύπου “you ll never walk alone” μα αυτό το ύφος είναι που το κάνει τόσο σαρκαστικό. Και το σόλο της κιθάρας είναι παρανοϊκό όπως αρμόζει σε καταστροφικές ή αυτοκαταστροφικές απόπειρες. Τα πνευστά προσδίδουν ένα δραματικό τόνο που είτε ενισχύει τον πόνο του χωρισμού είτε εντείνει το σαρκασμό και την ειρωνική διάθεση και εναπόκειται στον ακροατή το τι θα διαλέξει να βιώσει.
"Five On The Five": Ακόμη ένα γνήσιο garage κομμάτι από τους Raconteurs με θέμα την παράβλεψη οποιουδήποτε στοιχείου συνειδητοποίησης ότι μια σχέση δεν πηγαίνει καλά. Φαίνεται πως οι καμπές είναι ένα αγαπημένο μοτίβο, διότι αποτελούν ευκαιρία εκδήλωσης δυνατών συναισθημάτων και προβληματισμών. Οι απόκοσμες εναρκτήριες κραυγές φωνής και κιθάρας δημιουργούν ένα γκροτέσκο σκηνικό, το οποίο απλοποιείται από τη δυναμική συνδρομή των ντραμς και του μπάσου. Τα πάντα δείχνουν να κινούνται σε γνώριμα μονοπάτια, μόνο που οι Raconteurs έχουν αποφασίσει να μας αιφνιδιάζουν με εναλλαγές ρυθμών.
"Attention" : Aκόμη ένα ερωτικό τραγούδι που πραγματεύεται τη σχέση εξουσίας μεταξύ των ερωτευμένων. Εξάλλου αυτό είναι που το διαφοροποιεί και στιχουργικά από τη σωρεία των love songs. Συνοδεύται από ένα «παλιοροκάδικο» ύφος βασισμένο στα riff των 70s, στα κοψίματα και στις εναλλαγές των ρυθμών με τις ηλεκτικές κιθάρες να πρωταγωνιστούν, θυμίζοντας σε ορισμένα σημεία το rusty cage των Soundgarden.
"Pull This Blanket Off": Θα μπορούσε να είναι ένα αντιπολεμικό τραγούδι για την ελευθερία-δημοκρατία η οποία εξασφαλίζεται με τα όπλα, ή θα μπορούσε να ήταν μια προσωπική εμπειρία για τα παραπετάσματα που μας κρύβουν την αλήθεια. Σε κάθε περίπτωση ο μινιμαλισμός στην ενορχήστρωση που περιλαμβάνει ένα κυρίαρχο πιάνο μας ωθεί στο να επικεντρωθούμε στο μήνυμα των στίχων. Κανένας ήχος δεν πρέπει να μας αποσπάσει από το κυρίαρχο μήνυμα.
"Rich Kid Blues": Είναι μια αρκετά πιστή απόδοση του κομματιού του Terry Reid, που πραγματεύεται την απομόνωση ενός παιδιού που θεωρεί ότι ο πλούτος έχει διαβρώσει όλες τις προθέσεις όσων το συναναστρέφονται. Είναι μια αυθεντική ροκ μπαλάντα των 70s , την οποία οι Raconteurs σεβάστηκαν ως όφειλαν διαφοροποιώντας ελάχιστα τα φωνητικά στο ρεφραίν. Το συγκεκριμένο κομμάτι μας βοηθά να κατανοήσουμε ένα σημαντικό απόσπασμα των επιρροών του σχήματος.
"These Stones Will Shout" : Η μοναξιά, η εσωστρέφεια και το κενό επικοινωνίας δεν συντελούν στην ευδοκίμηση των σχέσεων. Μέχρι και οι πέτρες θα ουρλιάξουν για να εκφραστούν τα ανέκφραστα, λένε οι Raconteurs σε ένα τραγούδι το οποίο περιλαμβάνει τα περισσότερα υφολογικά τους στοιχεία. Ξεκινά με μια υπέροχη ακουστική folk κιθάρα που υποδεικνύει με αυστηρότητα τη μελωδία της φωνής, και για δύο στροφές φαίνεται πως το τραγούδι έχει προκαθορισμένο τέλος, μέχρι που τα φρενήρη ντραμς, μια αποφασιστική μπασογραμμή και η κοφτή ηλεκτρική κιθάρα διαφοροποιούν πλήρως το κομμάτι με μια συγκλονιστική ανατροπή, η οποία διαρκεί όσο χρειάζεται για ένα όμοιο στους στίχους και στη μουσική ρεφραίν, διαφορετικό όμως ως προς το ύφος του. Το εν λόγω κομμάτι θα μπορούσε από μόνο του να είναι το πλέον ενδεικτικό του ήχου του μουσικού αυτού σχήματος.
"Carolina Drama": Επίλογο στον ιδιαίτερο αυτό δίσκο αποτελεί ένα οικογενειακό δράμα. Ένας 10χρονος θα δώσει λύση στις άνομες πράξεις της μητέρας του και του πατριού του, τουλάχιστον σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, διότι υπάρχουν και άλλες, σύμφωνα με τους Raconteurs. Η αφήγηση θυμίζει ιδιαιτέρως τα παραδοσιακά τραγούδια του νότου, τα διαλογικά μέρη είναι συγκλονιστικά, ενώ η μουσική λειτουργεί ως soundtrack σ’ αυτή τη ταινία μικρού μήκους. Το να γράψω κάτι παραπάνω είναι σαν να χαλάω τη ψυχαγωγία σας.